Συχνές ερωτήσεις για την ριζική προστατεκτομή PDF Εκτύπωση E-mail

H δυνατότητα πραγματοποίησης της λαπαροσκοπικής ριζικής προστατεκτομής εξαρτάται από την εμπειρία του χειρουργού. Για έμπειρους και διεθνώς καθιερωμένους λαπαροσκόπους ισχύει ότι κάθε ριζική προστατεκτομή που έχει ένδειξη και μπορεί να πραγματοποιηθεί ανοιχτά μπορεί να εκτελεστεί επίσης και λαπαροσκοπικά.
Παράγοντες που μπορεί να αυξήσουν τις πιθανότητες για πραγματοποίηση ανοιχτής επέμβασης είναι:
  • η παχυσαρκία
  • το ιστορικό πολλαπλών επεμβάσεων στην κοιλιά που ίσως έχουν δημιουργήσει συμφύσεις
  • αιμορραγικά προβλήματα κατά την διάρκεια της επέμβασης
  • η αδυναμία λήψης καθαρής εικόνας των οργάνων
  • εξαιρετικά μεγάλο μέγεθος του προστάτη (μεγαλύτερο από 150 κυβικά εκατοστά)


Και πάλι αυτοί οι παράγοντες παίζουν τις περισσότερες φορές μόνο ένα σχετικό μόνο ρόλο, αφού:

  • η λαπαροσκοπική ριζική προστατεκτομή εκτελείται εξωπεριτοναϊκά δηλαδή εκτός κοιλίας και συνεπώς συμφύσεις από προηγούμενες ενδοκοιλιακές επεμβάσεις δεν επηρεάζουν την δυνατότητα πραγματοποίησης της
  • η παχυσαρκία παρεμποδίζει περισσότερο την ανοιχτή επέμβαση παρά την λαπαροσκοπική αφού μέσω των ειδικών λαπαροσκοπικών εργαλείων και της βελτιωμένης λαπαροσκοπικής εικόνας αποκτάται πιο άμεση και καλύτερη προσέγγιση του χειρουργικού πεδίου
  • το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπα αναφερόμενους ανασταλτικούς παράγοντες στην εκτέλεση της λαπαροσκοπικής προστατεκτομής όπως είναι το εξαιρετικά μεγάλο μέγεθος του προστάτη.
Η εξωπεριτοναϊκή οδό προσπέλασης στη λαπαροσκοπική και ρομποτική ριζική προστατεκτομή παρουσιάζει πολλά πλεονεκτήματα σε σχέση με την διαπεριτοναϊκή. Η εξωπεριτοναϊκή οδό, την οποία και προτιμάμε τόσο λαπαροσκοπικά όσο και ρομποτικά, γίνεται εκτός της κοιλιακής περιοχής (εξωπεριτοναϊκά δηλαδή). Ένα διατατικό μπαλόνι φροντίζει για την απώθηση του περιτοναίου και του περιεχομένου του (έντερο) και την δημιουργία ενός τεχνητού κοίλου χώρου εκτός περιτοναίου στην κάτω κοιλία ανοίγοντας έτσι τον δρόμο προς τον προστάτη. Χάριν σ’ αυτή την τεχνική παρακάμπτονται τελείως τα ενδοκοιλιακά όργανα και ο κίνδυνος τραυματισμού τους είναι ανύπαρκτος. Αναλυτικότερα τα πλεονεκτήματα της εξωπεριτοναϊκής προσπέλασης είναι:
  • Ανύπαρκτος κίνδυνος τραυματισμού ενδοκοιλιακών οργάνων (εντέρου, μεγάλων αγγείων κτλ)
  • Καμία δυσκολία στην επέμβαση από προηγούμενα ενδοκοιλιακά χειρουργεία (αποφυγή των μετεγχειρητικών συμφύσεων του εντέρου)
  • Mειωμένος κίνδυνος δημιουργίας μετεγχειρητικού ειλεού
  • Συντομότερος χρόνος για την έναρξη της πλήρους σίτισης των ασθενών
  • Ελαχιστοποίηση του μετεγχειρητικού πόνου
  • Ταχύτερη ανάρρωση και κινητοποίηση των ασθενών με αποτέλεσμα ταχύτερη έξοδο από το νοσοκομείο
  • Αναισθησιολογικά, μικρότερος κίνδυνος επιπλοκών και καλύτερος αερισμός των πνευμόνων, επειδή στην εξωπεριτοναϊκή οδό προσπέλασης δεν τοποθετείται ο ασθενής με μεγάλη κλίση προς τα πάνω όπως στην διαπεριτοναϊκή μέθοδο
  • Καλύτερος και μεγαλύτερος χώρος εργασίας σε παχύσαρκους ασθενείς
  • Μειωμένος κίνδυνος επιδείνωσης και εξάπλωσης των μετεγχειρητικών επιπλοκών. Πχ σε περίπτωση διαφυγής ούρων από μη-στεγανή αναστόμωση, όταν η προσπέλαση είναι διαπεριτοναϊκή τα ούρα
  • αθροίζονται μέσα στην κοιλιά και προκαλούν ερεθισμό του εντέρου με αποτέλεσμα ειλεό και πόνο. Αντίθετα σε εξωπεριτοναϊκή προσπέλαση δεν υπάρχει καμία επικοινωνία με την κοιλιά και τα έντερα και έτσι μία διαφυγή ούρων αντιμετωπίζεται με λιγότερο κίνδυνο για σοβαρές ενδοκοιλιακές επιπλοκές.
  • Μειωμένος χειρουργικός χρόνος, που μπορεί να φτάσει από 15 έως και 60 λεπτά, λόγω της άμεσης πρόσβασης στο χειρουργικό πεδίο
  • Πιο απλοποιημένη μέθοδο που θυμίζει περισσότερο και τον χειρουργικό χώρο και την τεχνική της ανοιχτής επέμβασης
  • Μετεγχειρητικά δεν δημιουργούνται ενδοκοιλιακές συμφύσεις, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει δυσκολία στην εκτέλεση μελλοντικών χειρουργείων στην κοιλιά (πχ δυνατότητα εκτέλεσης μίας λαπαροσκοπικής χολοκυστεκτομής μετά από εξωπεριτοναϊκή λαπαροσκοπική ριζική προστατεκτομή)
  • Το θεωρητικά αναφερόμενο μειονέκτημα του μικρού χειρουργικού χώρου της εξωπεριτοναϊκής σε σύγκριση με την διαπεριτοναϊκή οδό ουσιαστικά δεν υφίσταται και αντισταθμίζεται πλήρως από την πληθώρα των παραπάνω αναφερομένων πλεονεκτημάτων
Αν και υπάρχουν πολλαπλά επιχειρήματα που υποστηρίζουν ότι ο λεμφαδενικός πρέπει να εκτελείται σε εκείνους που βρίσκονται σε κίνδυνο για λεμφαδενική μετάσταση, δεν υπάρχουν σταθερά κριτήρια που περιγράφουν τους ασθενείς υψηλού κινδύνου. Παράγοντες ενδεικτικοί για αυξημένο κίνδυνο για θετικούς λεμφαδένες είναι:
  • PSA ίσο με ή μεγαλύτερο από 10 ng/ml
  • Gleason score ίσο με ή μεγαλύτερο από 7
  • Κλινικό στάδιο Τ2b (μεγάλος ψηλαφητός όγκος στον ένα λοβό στην δακτυλική εξέταση) ή και υψηλότερο στάδιο
  • Θετική βιοψία σπερματοδόχους κύστης
  • Διογκωμένοι πυελικοί λεμφαδένες στην αξονική τομογραφία
Η διατήρηση του ενός ή και των δύο αγγειονευρωδών δεματίων δεν είναι δυνατή εφόσον υπάρχει έντονη υποψία για εξωπροστατική διήθηση. Τέτοιες καταστάσεις είναι
  • PSA μεγαλύτερο από 10 ng/ml
  • Gleason score μεγαλύτερο από 7
  • Έντονα ψηλαφητός όζος στην δακτυλική εξέταση (κλινικό στάδιο T2b ή και μεγαλύτερο, ψηλαφητός όζος μεγαλύτερος από το μισό του όγκου του ενός λοβού)
  • Δυσμενή ευρήματα στην βιοψία προστάτη (διήθηση του περιπροστατικού λίπους ή των σπερματοδόχων κύστεων, θετικές βιοψίες σε ποσοστών μεγαλύτερο από 30%-50% των βιοψιών από τον έναν λοβό, περινευριδιακή διήθηση κτλ)
  • Σε περίπτωση που τα δυσμενή ευρήματα αφορούν τον ένα λοβό είναι δυνατή η διατήρηση του αγγειονευρώδους δεματίου της άλλης πλευράς.
Σε περίπτωση που ο καρκίνος είναι εντοπισμένος μέσα στον προστάτη (παθολογοανατομικό στάδιο pT2) οι πιθανότητες πλήρους ίασης είναι μεγαλύτερες από 80%-90% στην πενταετία. Επίσης υπάρχουν ειδικά νομογράμματα που μπορούν με βεβαιότητα μεγαλύτερη του 75% να προβλέψουν είτε προεγχειρητικά είτε μετεγχειρητικά τις πιθανότητες ίασης ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε ασθενή (Gleason score, χειρουργικά όρια, προσβολή λεμφαδένων ή σπερματοδόχων κύστεων κτλ).Για τα νομογράμματα κάντε κλικ εδώ. (http://www.mskcc.org/mskcc/html/10088.cfm ή http://www.prostatecalculator.org/ )
Η ριζική προστατεκτομή μπορεί να εκτελείται και άμεσα μετά την γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων της βιοψίας του προστάτη. Συνιστάται όμως να γίνεται πρώτα μία σταδιοποίηση (αξονική τομογραφία άνω και κάτω κοιλίας και σπινθηρογράφημα οστών) για να αποκλειστούν εξωπροστατικές μεταστάσεις. Επιπλέον συνιστάται να παρέλθει ένας χρόνος 4-6 περίπου εβδομάδων για να απορροφηθεί πλήρως το οίδημα και η φλεγμονή από την βιοψία για να είναι δυνατή η πλήρη αφαίρεση του προστάτη χωρίς τον παραμικρό κίνδυνο επιπλοκών και με την εξασφάλιση των καλύτερων λειτουργικών αποτελεσμάτων (διατήρηση των στυτικών νεύρων και αποφυγή τραυματισμού του σφιγκτήρα). Η ριζική προστατεκτομή πρέπει λοιπόν να εκτελείται ένα μήνα περίπου μετά την βιοψία του προστάτη. Παραπέρα καθυστέρηση της είναι λογικά αδικαιολόγητη και πρέπει να συμβουλευθείτε τον ουρολόγο σας για τις δυνατότητες μίας επικουρικής προεγχειρητικής ορμονοθεραπείας σε περίπτωση καθυστέρησης μεγαλύτερης του 1,5 με 2 μηνών.
Εφόσον μπορεί να πραγματοποιηθεί η ριζική προστατεκτομή και έχει αποφασισθεί να γίνει το χειρουργείο σε 1-1,5 μήνα μετά την βιοψία του προστάτη δεν χρειάζεται ορμονική θεραπεία πριν από την επέμβαση. Οι έρευνες δείχνουν ότι η προεγχειρητική χορήγηση ορμονών δεν προσφέρει κάποιο σημαντικό πλεονέκτημα. Αντίθετα, μπορεί λόγω συρρίκνωσης του προστάτη και δημιουργίας συμφύσεων, να δυσκολέψει την εκτέλεση του χειρουργείου και την διατήρηση των στυτικών νεύρων.
Και οι δύο τεχνικές είναι ελάχιστα επεμβατικές και τραυματικές λαπαροσκοπικές επεμβάσεις οι οποίες απαιτούν 5 μικρές τομές δέρματος του μισού έως ενός εκατοστού. Και οι δύο απαιτούν γενική αναισθησία και έχουν παρόμοια πρώιμα αποτελέσματα αναφορικά με τον έλεγχο του καρκίνου, την εγκράτεια των ούρων και την σεξουαλική λειτουργία.

Μοναδική και σημαντική διαφορά είναι ότι η ρομποτικά υποβοηθούμενη τεχνική γίνεται με ένα εξελιγμένο ρομποτικό σύστημα που ονομάζεται da Vinci, που χρησιμεύει για την άρτια αφαίρεση του προστάτη και για την συρραφή της ουροδόχου κύστης με την ουρήθρα. Στην ρομποτικά υποβοηθούμενη τεχνική ο χειρουργός έχει τον απόλυτο έλεγχο των κινήσεων των ρομποτικών βραχιόνων και μίας υψηλής ευκρίνειας τρισδιάστατης κάμερας. Τα αρθρωτά ρομποτικά όργανα μπορούν να κινούνται και να περιστρέφονται με την ευχέρεια και ελευθερία κινήσεων του ανθρώπινου καρπού. Οι τελευταίες μελέτες δείχνουν ότι τα θεωρητικά πλεονεκτήματα της ρομποτικής τεχνολογίας (τρισδιάστατη όραση, ελευθερία κινήσεων όπως του ανθρώπινου χεριού κτλ) έχουν και πρακτικό αποτέλεσμα, έτσι ώστε η ρομποτική ριζική προστατεκτομή να υπερέχει όσον αφορά και τα ογκολογικά και τα λειτουργικά αποτελέσματα στην γρηγορότερη επαναφορά της στύσης και της εγκράτειας των ούρων. Για τα επιπλέον πλεονεκτήματα της ρομποτικής χειρουργικής κάντε κλικ εδώ.

Σε φυσιολογική κατάσταση η στύση ρυθμίζεται μετά από σεξουαλικό ερέθισμα από αιμοφόρα αγγεία και στυτικά νεύρα, τα οποία πορεύονται δεξιά και αριστερά και σε άμεση επαφή με τον προστάτη και οδηγούνται τελικά στο πέος και στα σηραγγώδη σωμάτια αυτού, στο στυτικό δηλαδή ιστό του πέους. Αυτά τα αγγειονευρώδη δεμάτια ρυθμίζουν την αύξηση της ροής του αίματος που είναι απαραίτητη για την στύση του πέους και των σηραγγωδών σωματίων. Τα αγγειονευρώδη δεμάτια μπορεί να τραυματισθούν ή να αφαιρεθούν αναγκαστικά κατά την ριζική προστατεκτομή για λόγους ογκολογικούς. Σήμερα έχουμε την δυνατότητα, χάρις στην μεγεθυμένη εικόνα και τους λεπτούς και ακριβείς χειρισμούς της λαπαροσκοπικής τεχνικής, να διατηρούμε πλήρως τα στυτικά νεύρα και αγγεία.



Δυστυχώς η πλειoψηφία των καρκίνων στον προστάτη αναπτύσσεται στην περιφέρεια και έχουν την τάση να επεκτείνονται στο αγγειονευρώδες δεμάτιο, το οποίο είναι και σε άμεση επαφή με τον προστάτη.
Επειδή στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ένδειξη για αυξημένη καρκινική μάζα ελοχεύει ο κίνδυνος να μην αφαιρεθεί ολοκληρωτικά ο καρκίνος, συνιστάται κατά κανόνα να αφαιρείται εσκεμένα το αγγειονευρώδες δεμάτιο από αυτή την πλευρά. Εάν η άλλη πλευρά δεν έχει καρκινική διήθηση μπορεί να διατηρηθεί πλήρως το αγγειονευρώδες δεμάτιο.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν ο καρκίνος του προστάτη είναι πολύ μικρός και χαμηλής κακοήθειας μπορούν να διατηρηθούν πλήρως και τα δύο αγγειονευρώδη δεμάτια.
Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, παρά την συνεχή βελτίωση των χειρουργικών μεθόδων και παρά την ακρίβεια των χειρουργικών τεχνικών, δεν είναι, λόγω συμφύσεων των ιστών, να διατηρηθούν με σιγουριά τα στυτικά νεύρα και αγγεία.
Στην περίπτωση που διατηρηθούν τα στυτικά νεύρα μπορεί η εμφάνιση της αυτόματης στύσης (χωρίς την χρήση δηλαδή βοηθητικών μέσων) να διαρκέσει μέχρι και ένα έτος μετά την επέμβαση. Παρά την εφαρμογή των νευροπροστατευτικών τεχνικών μπορεί μερικοί ασθενείς να μην έχουν την απαιτούμενη για σεξουαλική επαφή στύση.
Ο χρόνος επαναφοράς της στύσης και η δυνατότητα για σεξουαλική επαφή και κολπική διείσδυση μετά από μία νευροπροστατευτική επέμβαση εξαρτάται, εκτός από την χειρουργική τεχνική και την διατήρηση του ενός ή και των δύο δεματιών, και από την ηλικία του ασθενή και την προεγχειρητική ποιότητα των επαφών.
 

Η διάρκεια της επέμβασης μπορεί να ποικίλει ανάλογα με το βάρος του ασθενούς, το μέγεθος του προστάτη, το είδος ακριβώς της επέμβασης (επιπλέον πραγματοποίηση ενός λεμφαδενικού καθαρισμού κτλ.) και την παρουσία συμφύσεων γύρω από τον προστάτη. Γενικά σ’ αυτές τις περιπτώσεις η επέμβαση κυμαίνεται από 1,5 έως και 3 ώρες.
Οι μεταγγίσεις είναι εξαιρετικά σπάνιες με την λαπαροσκοπική τεχνική. Αυτό είναι το σημαντικότερο πλεονέκτημα σε σύγκριση με την ανοιχτή μέθοδο, αφού με την λαπαροσκοπική τεχνική υπάρχει μία απώλεια αίματος μεταξύ 100 και 200 κυβικών εκατοστών. Για προληπτικούς μόνο λόγους θα χρειασθεί να ζητήσετε από 1-2 συγγενείς ή δικά σας πρόσωπα να δώσουν αντίστοιχα 1-2 φιάλες αίματος στο τμήμα αιμοδοσίας οποιοδήποτε δημοσίου νοσοκομείου.
Χάρη στην λαπαροσκοπική μέθοδο, που είναι ελάχιστα τραυματική, ο πόνος είναι πολύ περιορισμένος, αντιμετωπίζεται με ελαφριά παυσίπονα και εξαφανίζεται πλήρως σε λίγες ημέρες.
Η παραμονή στο νοσοκομείο έπειτα από μία λαπαροσκοπική εξωπεριτοναϊκή ριζική προστατεκτομή είναι όπως αναμένεται με αυτές τις ελάχιστα τραυματικές λαπαροσκοπικές μεθόδους σχετικά σύντομη και διαρκεί από 1 έως 3 ημέρες. Με την έξοδο από το νοσοκομείο ο ασθενής είναι αυτοεξυπηρετούμενος (μπορεί δηλαδή από μόνος του να περπατάει, να πηγαίνει τουαλέτα, να τρώει, να πλένεται κτλ).
Λόγω της εξαιρετικής εικόνας που προσφέρουν οι ελάχιστα τραυματικές λαπαροσκοπικές τεχνικές μπορεί να πραγματοποιηθεί μια απολύτως στεγανή αναστόμωση ανάμεσα στην ουρήθρα και στον αυχένα της ουροδόχου κύστης γεγονός που επιτρέπει την σύντομη αφαίρεση του καθετήρα, δηλαδή σε μία εβδομάδα μετά το χειρουργείο. Αντίθετα στο ανοιχτό χειρουργείο, επειδή η αναστόμωση δεν είναι τόσο ακριβής και επαρκής, τις περισσότερες φορές  ο καθετήρας παραμένει για 3 εβδομάδες περίπου. Πριν την αφαίρεση του καθετήρα πραγματοποιείται μία κυστεογραφία (ακτινογραφία με την έκχυση σκιαγραφικού διαμέσου του καθετήρα) για να επιβεβαιωθεί και πρακτικά ότι η σύνδεση ανάμεσα στην ουρήθρα και την κύστη έχει επουλωθεί ικανοποιητικά.
Οι περισσότεροι άνδρες αντιμετωπίζουν κάποιο βαθμό ακράτειας από προσπάθεια για παράδειγμα κατά το φτέρνισμα ή το βήξιμο. Αυτή η ακράτεια βελτιώνεται γενικά με τον χρόνο και με την βοήθεια ειδικών ασκήσεων φυσιοθεραπείας και ενδυνάμωσης του πυελικού εδάφους. Τα αποτελέσματα μας, τα οποία και συμβαδίζουν μ’ εκείνα της διεθνούς εμπειρίας και είναι εφάμιλλα των καλύτερων κέντρων του εξωτερικού, είναι τα εξής:
Περίπου το 70% των ανδρών δεν αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα ακράτειας 3 μήνες μετά την επέμβαση, ενώ το ποσοστό ανεβαίνει στο 85% έξι μήνες μετά το χειρουργείο. Το 95% των ασθενών δεν αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα ακράτειας έπειτα από 12 μήνες. Και στο υπόλοιπο 5% των ανδρών το πρόβλημα αντιμετωπίζεται συνήθως με μια μικρότερη επέμβαση, όπως πχ με την εισαγωγή ενός ειδικού πλέγματος ή τεχνητού σφιγκτήρα.
Η επαναφορά της στυτικής λειτουργίας είναι πολύ δύσκολο να προβλεφθεί. Πολλοί παράγοντες επηρεάζουν την επαναφορά της στυτικής λειτουργίας μετά από το χειρουργείο, όπως πχ η ηλικία του ασθενή, η ύπαρξη ενός ενεργού σεξουαλικού συντρόφου, εάν το ένα ή και τα δύο αγγειονευρώδη δεμάτια έχουν διασωθεί και ο χρόνος μετά το χειρουργείο. Σε προεγχειρητικά σεξουαλικά ικανούς άνδρες που υποβλήθηκαν σε λαπαροσκοπική ριζική προστατεκτομή στο κέντρο μας με διατήρηση και των δύο αγγειονευρωδών δεματίων, το 50% των ανδρών αναφέρουν επιτυχημένες κολπικές διεισδύσεις σε 6 μήνες και 75% σε 12 μήνες έπειτα από το χειρουργείο, με ή χωρίς την χρήση φαρμάκων από το στόμα (Viagra ή Cialis).




 Νεαρότεροι ασθενείς (κάτω από 60 ετών) έχουν σημαντικά καλύτερη σεξουαλική ικανότητα απ’ ότι γηραιότεροι ασθενείς (μεγαλύτεροι από 60 ετών) ένα χρόνο μετά το χειρουργείο (75% σε αντίθεση με 40%, αντίστοιχα).Το 85% των ασθενών που είναι νεαρότεροι από 60 ετών και στους οποίους διατηρήθηκαν και τα δύο αγγειονευρώδη δεμάτια αναφέρουν επιτυχημένες σεξουαλικές επαφές μετά από ένα χρόνο.


Αυτά τα αποτελέσματα είναι ανάλογα με εκείνα των άλλων μεγάλων κέντρων της Ευρώπης και Αμερικής.
Το πρώτο ραντεβού μετά την έξοδο από το νοσοκομείο θα είναι σε μία εβδομάδα όπου θα εκτελεσθεί μία κυστεογραφία (έκχυση σκιαγραφικού μέσα από τον καθετήρα) για τον έλεγχο της στεγανότητας της κυστεοουρηθρικής αναστόμωσης. Αυτή η εξέταση γίνεται συνήθως στο νοσοκομείο που χειρουργηθήκατε, αλλά μπορεί και ο ουρολόγος να την κάνει. Κατόπιν θα πρέπει να ελέγχετε το PSA και να επισκέπτεστε τον προσωπικό σας ουρολόγο στους 3, 6, 9 και 12 μήνες μετά το χειρουργείο και κατόπιν εφόσον όλα είναι φυσιολογικά ετησίως.
Όταν αφαιρεθεί ο προστάτης θα σταλεί για παθολογοανατομική εξέταση είτε στο Παθολογοανατομικό Ινστιτούτο του Παν/μίου Αθηνών είτε στο Παθολογοανατομικό Ινστιτούτο με το οποίο συνεργάζεται η Κλινική όπου έγινε η επέμβαση. Η παθολογοανατομική εξέταση θα μας δώσει πληροφορίες σχετικά με το Gleason grade και score, την εντόπιση, την έκταση του καρκίνου και τα χειρουργικά όρια. Συνήθως τα αποτελέσματα είναι έτοιμα σε 5-6 εργάσιμες ημέρες. Από τα αποτελέσματα αυτά εξαρτάται αν θα χρειασθεί μία απλή παρακολούθηση ή μία συμπληρωματική θεραπεία με ακτινοβολία ή και αντιανδρογόνα φάρμακα.
Η απόφαση για μία επιπλέον θεραπεία (εξωτερική ακτινοβολία ή/και ορμονοθεραπεία) μετά την λαπαροσκοπική ριζική προστατεκτομή θα βασισθεί όπως και στο ανοιχτό χειρουργείο στο αποτέλεσμα της παθολογοανατομικής εξέτασης του προστάτη και στο αποτέλεσμα της μετεγχειρητικής εξέτασης του PSA. Σήμερα οι περισσότεροι ασθενείς πάσχουν από καρκίνο του προστάτη που ανακαλύπτεται σε πρώιμο στάδιο με την βοήθεια προληπτικής εξέτασης του PSA και έτσι μπορούν να ιαθούν πλήρως με την επέμβαση. Γι’ αυτό τον λόγο οι περισσότεροι ασθενείς δεν χρειάζονται συμπληρωματική θεραπεία μετά το χειρουργείο. Βέβαια κάθε περίπτωση πρέπει να αντιμετωπίζεται εξατομικευμένα.
Σε περίπτωση που έχει διενεργηθεί μία νευροπροστατευτική ριζική προστατεκτομή με διατήρηση των στυτικών νεύρων και αγγείων γίνεται έναρξη της θεραπείας με χάπια τύπου Viagra (αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης) αμέσως μετά την αφαίρεση του καθετήρα. Σκοπός ης θεραπείας δεν είναι τόσο η άμεση επίτευξη μίας σεξουαλικής επαφής με πλήρη κολπική διείσδυση αλλά η διατήρηση της ζωτικότητας και της ενέργειας του στυτικού οργάνου του πέους. Ένα όργανο που δεν λειτουργεί ή αδρανεί ατροφεί και υποπλάσεται. Με τα χάπια αυτά επιταγχύνεται το διάστημα πλήρους ανάκτησης της φυσιολογικής σεξουαλικής λειτουργίας.
Εάν αμέσως μετά την σωματική και ψυχική ανάρρωση από την επέμβαση υπάρχει ξανά η επιθυμία για σεξουαλική επαφή, υπάρχουν διάφορες δυνατότες για την θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας. Αυτές οι μοντέρνες θεραπείες, οι οποίες προκαλούν στύση κατά παραγγελία, μπορούν να εφαρμοσθούν άμεσα μετά την επέμβαση. Η πιο αποτελεσματική θεραπεία είναι οι ενδοπεϊκές ενέσεις με αγγειοδιασταλτικά φαρμακα που έχουν τοπική μόνο δράση στο πέος και μπορούν να γίνονται από τον ίδιο τον ασθενή. Το όφελος είναι διπλό: από την μια πλευρά υπάρχει άμεση στύση ικανή για κολπική διείσδυση και για μεγάλο χρονικό διάστημα και από την άλλη πλευρά διατηρείται ο στυτικός ιστός σε λειτουργία και δεν αδρανεί. Μία μηχανική αποκατάσταση της στύσης είναι δυνατή με την ειδική αντλία κενού για πρόκληση στύσης.
Σε περίπτωση που η στυτική λειτουργία δεν αποκατασταθεί φυσιολογικά μετά από 1 - 2 έτη μετά την επέμβαση υπάρχει η δυνατότητα για εμφύτευση ειδικής πεϊκής πρόθεσης.
Ο ασθενής πρέπει να γνωρίζει ότι, η στυτική δυσλειτουργία μετά την ριζική προστατεκτομή αντιμετωπίζεται πλήρως με επιτυχία και μπορεί να έχει, εάν και όποτε το επιθυμεί, και σεξουαλικές επαφές.





Τις μετεγχειρητικές οδηγίες για την πορεία σας αμέσως μετά την λαπαροσκοπική ριζική προστατεκτομή θα σας τις δωσει γραπτώς ο Ουρολόγος σας, Αν. Καθηγητής κ. Πουλάκης, θα σας τις επίσης εξηγήσει αναλυτικά και ο ίδιος προσωπικά αλλά και οι συνεργάτες του και θα τις βρείτε επίσης συγκεντρωμένες στο επισυναπτόμενο έντυπο (κάντε κλικ εδώ).
Μερικές εβδομάδες μετά το χειρουργείο (συνήθως στους 3 μήνες μετά την ριζική προστατεκτομή) θα πρέπει να μετρηθεί το PSA στα πλαίσια της μετεγχειρητικής ογκολογικής παρακολούθησης. Η τιμή του PSA πρέπει κατά κανόνα να πέσει σε μηδενικό επίπεδο, δηλαδή να μην είναι πλέον ανιχνεύσιμο (PSA μικρότερο από 0,1 ng/ml). Εάν δεν πέσει το PSA μετεγχειρητικά σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα ή εάν ανεβαίνει ξανά σε πολλαπλά επαναλαμβανόμενες διαδοχικές μετρήσεις τότε πρέπει οπωσδήποτε να διενεργηθεί άμεσα (συνήθως τρεις μήνες μετά την ριζική προστατεκτομή) μία ακτινοβολία με ή χωρίς συνοδό ανδρογονικό αποκλεισμό, ανάλογα με το μετεγχειρητικό παθολογοανατομικό στάδιο.
Με την βιοψία του προστάτη, που θα αφαιρεθεί με την ριζική προστατεκτομή, μπορεί να με σιγουριά να διαπιστωθεί, εάν με τη ριζική αφαίρεση του προστάτη και των γύρω ιστών έχει πλήρως εκριζωθεί από το σώμα του ασθενούς ο καρκίνος του προστάτη. Αυτή η λεγόμενη ιστολογική εξέταση του χειρουργικού παρασκευάσματος διενεργείται από τον Παθολογοανατόμο και διαρκεί μία εβδομάδα περίπου. Με την βοήθεια ειδικών χρώσεων και μικροσκοπικών εξετάσεων μπορεί να προσδιορισθεί η επέκταση του καρκίνου του προστάτη στο χειρουργικό παρασκεύασμα. Εάν ο καρκίνος του προστάτη έχει ξεπεράσει την εξωτερική κάψα του προστάτη και έχει φτάσει στα χειρουργικά όρια, μπορεί να είναι σκόπιμο για λόγους ασφάλειας να διενεργηθεί και μία επιπλέον εξωτερική ακτινοβολία του χειρουργικού πεδίου.
Εάν η ύπαρξη θετικών χειρουργικών ορίων έχει κάποια επίδραση στην επανεμφάνιση της κακοκήθειας τοπικά (τοπική υποτροπή) ή στο προσδόκιμο επιβίωσης του ασθενή δεν έχει επιστημονικά πλήρως διελευκανθεί.
Θεωρητικά υπάρχει η δυνατότητα να έχει αφαιρεθεί πλήρως ο καρκίνος του προστάτη παρά το γεγονός ότι τα καρκινικά κύτταρα στο ιστολογικό παρασκεύασμα φτάνουν μέχρι τα όρια της χειρουργικής εκτομής. Έτσι η λογική να περιμένουμε πρωτού προχωρήσουμε σε μία προληπτική ίσως και άχρηστη θεραπεία έχει λογική βάση. Βέβαι η απόφαση να προχωρήσουμε άμεσα σε μία προφυλακτική θεραπεία των θετικών χειρουργικών ορίων εξαρτάται και από άλλους παράγοντες (πχ έκταση των χειρουργικών ορίων, Gleason score, ποσοστό διήθησης των προστατικών λοβών, παθολογοανατομικό στάδιο, ηλικία του ασθενή κτλ).
Από την άλλη πλευρά μπορεί στο σημείο του χειρουργικού ορίου να έχουν παραμείνει μικρά καρκινικά υπόλοιπα, τα οποία με την επακολουθούμενη ακτινοβολία θα εξαλιθφούν πλήρως. Λόγω των μοντέρνων τεχνικών της ακτινοβολίας με τις σχετικά ελάχιστες επιπλοκές μπορεί η μία "προφυλακτική ακτινοβολία λόγω σιγουριάς" στην περίπτωση θετικών χειρουργικών ορίων να είναι μία πολύ καλύ και σώφρονα λύση. Αυτή η εξωτερική ακτινοβολία μπορεί να αρχίσει τρεις μήνες μετά την επέμβαση. Μία ικανοποιητική εγκράτεια ούρων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για το ξεκίνημα της ακτινοβολίας, επειδή αυτή μπορεί χειροτερέψει την λειτουργία του εξωτερικού σφιγκτήρα και να επιδεινώσει τις ακράτειες.